Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Μιχάλης Καλογεράκης: Ο πολυμήχανος Κρητικός που εξασφάλισε ενεργειακή αυτονομία


Ο 50χρονος ερασιτέχνης ερευνητής Μιχάλης Καλογεράκης, ένθερμος οπαδός της πράσινης ενέργειας έχει εγκαταστήσει στο σπίτι του στις Γούρνες Ηρακλείου τη δική του «ΔΕΗ», το δικό του παρασκευαστήριο καυσίμου, αλλά και τους δικούς του αυτοσχέδιους... αντιδραστήρες, όπου προχωρεί σε διάσπαση υδρογόνου και οξυγόνου.


Ο Μιχάλης Καλογεράκης, ηλεκτρολόγος-ηλεκτρονικός στο επάγγελμα, έχει καταφέρει επί χρόνια να έχει πλήρη ενεργειακή αυτονομία στο σπίτι του με τη χρήση αιολικής και ηλιακής ενέργειας. Παράλληλα, στην αποθήκη του σπιτιού του παράγει το οικολογικό καύσιμο από ζαχαροκάλαμο και σάπια φρούτα, το οποίο, σε συνδυασμό με μια μικρή μετατροπή στον κινητήρα της μηχανής του, του έχει δώσει μέχρι σήμερα πάνω από 25.000 δωρεάν χιλιόμετρα.
«Έχω μετατρέψει την αναλογία καυσίμου - αέρα. Η βενζίνη θέλει περισσότερο οξυγόνο για να αναφλεγεί, ενώ το αλκοόλ πολύ λιγότερο», δηλώνει στο «Έθνος» ο ερασιτέχνης ερευνητής προσθέτοντας ότι η πατέντα του βασίζεται στην επεξεργασία του οινοπνεύματος από τα σάπια φρούτα και τη ζάχαρη και στη μετατροπή που έχει κάνει ο ίδιος στον κινητήρα της μοτοσικλέτας του. Το τελικό μείγμα, λέει, είναι σαν μια πολύ δυνατή ρακή, 75 βαθμών, και αν κάποιος το αραιώσει μπορεί να το πιει χωρίς κανένα πρόβλημα.
Η παραγωγή, όπως αναφέρει, γίνεται «από χαλασμένα φρούτα που έχουν ζάχαρη ή και από ζαχαροκάλαμα τα οποία χρησιμοποιώ. Λιώνουμε τα προϊόντα και βάζουμε λίγη μαγιά μαγειρικής και νερό. Μέσα σε λίγα 24ωρα έχουμε έτοιμο καύσιμο για απόσταξη αλλά χρειάζεται να ρίξουμε ακόμα και μαγειρική σόδα, η οποία διαλύει τα οξέα που είναι ακίνδυνα για τον άνθρωπο, επικίνδυνα όμως για τα μέταλλα. Στη συνέχεια ακολουθεί η απόσταξη, η οποία γίνεται με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Δεν καίμε δηλαδή καύσιμο, αλλά απλώς χρησιμοποιούμε το περίσσευμα από τα φωτοβολταϊκά».

Καθημερινά, το σύστημα του 50χρονου μπορεί να παράγει πάνω από 10 λίτρα καυσίμου, ενώ έγινε γνωστό ότι τα ίδια καύσιμα μπορεί, πέρα από το μηχανάκι, να χρησιμοποιηθούν και για τα αυτοκίνητα αρκεί να γίνει η σχετική μετατροπή του κινητήρα τους. «Εχω κάνει πείραμα τροποποιώντας κινητήρα εσωτερικής καύσης, το οποίο πέτυχε, αλλά δεν έχω τα χρήματα να το χρησιμοποιήσω σε αυτοκίνητο», τονίζει.
Ο κ. Καλογεράκης έχει εγκαταστήσει και λειτουργεί στην αποθήκη του σπιτιού του τους δικούς του αυτοσχέδιους αντιδραστήρες, μέσω των οποίων το νερό παράγει ρεύμα και θέρμανση.
«Όταν έχεις ήλιο, νερό, αέρα, έχεις τα πάντα. Η χώρα μας έχει απλόχερα από τον Θεό όλα αυτά τα πλεονεκτήματα και θα πρέπει οι πολιτικοί μας σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση, που βρίσκεται η χώρα μας, να δώσουν κίνητρα και κατευθύνσεις για την πράσινη ενέργεια ώστε να πάμε μπροστά», σημειώνει και προειδοποιεί ότι «πολύ σύντομα θα έρθει η ώρα που το νερό θα αντικαταστήσει τα κλασικά υγρά και ορυκτά καύσιμα που καταστρέφουν τον πλανήτη».

Εξηγεί, μάλιστα, πώς μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. «Ξεκινάμε με την κατασκευή ενός πολύ αποδοτικού αντιδραστήρα από ανοξείδωτο χάλυβα που θα διασπάσει το νερό στα συστατικά του. Όταν λέμε ''αποδοτικό'' σημαίνει ότι αποδίδει με μία κιλοβατώρα 200 λίτρα αερίου καυσίμου. Το υδρογόνο και το οξυγόνο αποθηκεύονται σε μια δεξαμενή.
Από τη δεξαμενή μέσω διαφόρων συστημάτων ασφαλείας μπορεί να καταλήξει σε ένα καυστήρα για θέρμανση, σε μια κουζίνα ή σε ένα αυτοκίνητο. Η ενέργεια που χρειάζεται ο αντιδραστήρας για να διασπάσει το νερό δίδεται από φωτοβολταϊκά ή ανεμογεννήτρια.
Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνουμε την απόλυτη σταθεροποίηση των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας». Ο Μ. Καλογεράκης κινεί το μηχανάκι του με καύσιμο που παράγει από ζάχαρη, ζαχαροκάλαμο και σάπια φρούτα.



Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΚΩΣΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ




«Σαν αποθάνω στα πουλιά παραγγελιά θα κάνω νά 'ρχονται να καθίζουνε στο μνήμα μου απάνω.
 Στα κυπαρίσσια, στο σταυρό, στην πλάκα, όπου θένε, τα δε μπορώ να λέω μπλιο εκείνα να τα λένε.
Πως είναι ωραία η ζωή και οι χαρές του κόσμου οι ομορφιές, ο έρωντας, η Κρήτη πού ‘χω εντός μου».




Στη Λάστρο
Ο Κώστας Φραγκούλης γεννήθηκε πριν από 100 χρόνια. «Είμαι», έλεγε μιλώντας στην εφημερίδα "Εβδομάδα" το 1996, «ο βενιαμίν της οικογένειας και πριν από μένα ο πατέρας μου είχε τρία παιδιά. Εγώ ήμουν ο τελευταίος. Όταν θυμάμαι τη Λάστρο, θυμάμαι το χωριό στο σύνολό του και ιδιαίτερα τα μέρη εκείνα με τα οποία είμαι δεμένος περισσότερο. Τους τόπους, δηλαδή, που παίζαμε τα παιδικά μας παιχνίδια, πρωτόγονα εκείνη την εποχή, αγνότερα, θα έλεγα, από τα σημερινά».

Η Λάστρος θα είναι η πηγή της έμπνευσής του. «Ο χώρος του χωριού», έλεγε, «υπήρξε εκείνος ο οποίος μου έδωσε, μπορώ άνετα να πω, την έμπνευση, όπως και η επαρχία γενικότερα. Όμως οι πρώτες-πρώτες παιδικές μου αναμνήσεις είναι από το χωριό, σε σημείο που ενόμιζα ότι πέρα από το Σκινοσέλι, τα όρια του χωριού μου, δεν υπήρχε άλλη Κρήτη. Κι ίσως ήταν καλύτερα να το πιστεύω ακόμη και σήμερα. Ο κόσμος ήταν μικρός, μα όμορφος».
Την Ε' τάξη του δημοτικού τελείωσε στο Καβούσι και τη ΣΤ' στη Σφάκα. Στο γυμνάσιο θα πάει μόνο για τρεις μήνες. «Έδωσα εξετάσεις»,θυμόταν μάλλον με κάποια πικρία, «επέρασα, επήγα, αλλά ακόμα δεν μπορώ να βρω το λόγο για τον οποίο με απέσυραν οι γονείς μου».






Αιγύπτιος ράφτης
Ευτυχώς για τα Γράμματα και την Κρήτη, ο Κωστής Φραγκούλης δεν έμαθε την τέχνη του ράφτη, για την οποία οι γονείς του αρχικά είχαν εκφράσει την επιθυμία. Ο ίδιος κάποτε διηγήθηκε με χιούμορ: «Η μητέρα μου είχε έναν αδερφό, ο οποίος απέκτησε ένα παιδί. Αυτό έφυγε και πήγε στην Αίγυπτο και εκεί έμαθε ράφτης. Ερχόταν τα καλοκαίρια στο χωριό. Εκείνο το καλοκαίρι ήρθε κάποιος και έκανε την "εισήγηση" να με πάρει ο Νίκος στην Αίγυπτο να με μάθει ράφτη. Εκείνος είπε να με πάρει. Δε με πήρε όμως, όχι γιατί δεν το ήθελε αυτός, αλλά ίσως γιατί οι γονείς μου σκέφτηκαν ότι είναι αλλάργος κόσμος η Αίγυπτος. Έτσι εματαιώθη το ενδεχόμενο να είμαι ράφτης Αιγύπτιος».


Στο Μεγάλο Κάστρο
Από το χωριό του έφυγε σε ηλικία 16 χρονών σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Θα φτάσει στο Μεγάλο Κάστρο, περπατώντας. «Όταν φθάσαμε, τα πόδια μου είχαν ματώσει από την οδοιπορία», θυμόταν ξεδιπλώνοντας το μίτο της ζωής του. Στο Ηράκλειο θα μείνει μέσα στο φούρνο του Κωνσταντουράκη, πατέρα του ¶ρη Δικταίου. Με τρόπο σχεδόν "θεϊκό", θα βρει δουλειά σε τυπογραφείο. «Στο Μεϊντάνι που βγήκα να κάνω μια βόλτα άκουσα ένα παιδί να διαλαλεί "παράρτημα-παράρτημα, η Ίδη". Δεν ήξερα τότε τι είναι παράρτημα. Είπα τότε ας πάρω ένα παράρτημα να δω ίντα 'ναι. Εδιάβασα λοιπόν στο κάτω μέρος "ζητείται μικρός για το τυπογραφείο της Ίδης"».




Το τυπογραφείο θα ανοίξει γι' αυτόν μια καινούργια ζωή, γιατί κάθε μέρα είχε κάτι να διαβάζει. Από την "Ιδη" όμως θα φύγει, γιατί «υπήρχε η γοητεία του Μουρέλου». «Η "Νέα Εφημερίδα" ήταν βενιζελική, ενώ η "Ιδη" αντιβενιζελική. Όταν πια είχα γίνει καλός τυπογράφος, η "Νέα Εφημερίδα" είχε ανάγκη από έναν πιεστή που να τυπώνει την εφημερίδα και να βοηθάει στο τυπογραφείο. Έφυγα από την "Ιδη" και έπιασα δουλειά στη "Νέα Εφημερίδα". Εκεί που ωφελήθηκα στην εφημερίδα του Μουρέλου ήταν ότι μπορούσα να διαβάζω βιβλία από τη βιβλιοθήκή του. Ύστερα, για κάποια αφορμή, έφυγα και γύρισα στην "Ιδη"». Εκεί θα κάνει τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία, εκεί θα μάθει να κάνει και κριτική θεάτρου. Μάλιστα, η Μαρίκα Κοτοπούλη, μετά από μια έξυπνη κριτική που θα γράψει, θα δώσει εντολή να υπάρχει για αυτόν μια θέση στην πρώτη σειρά της πλατείας.



Ο πόλεμος τον βρίσκει να πολεμά στην Αλβανία, πράγμα για το οποίο ένιωθε υπερήφανος. Τα σκληρά χρόνια της Κατοχής θα επιστρέψει στο χωριό του, έγγαμος πια με ένα παιδί, όπου υπήρχε περισσότερη ασφάλεια και τροφή. Αργότερα στη "Μεσόγειο" θα κάνει τα πρώτα του βήματα στο χώρο του χρονογραφήματος. Ο Αθηναγόρας Μυκωνιάτης θα του προσφέρει στην εφημερίδα "Πατρίς" μια καθημερινή στήλη, στην οποία θα υπογράφει ως "Ανταίος". Θα αποκτήσει φανατικό κοινό και τα χρονογραφήματά του θα αφήσουν εποχή.


Θα περάσει με επιτυχία από το "Δημοκράτη" και την "Αλλαγή". Από το 1985 καθιέρωσε τις ραδιοφωνικές εκπομπές (Ράδιο Κρήτη κ.λπ.), οι οποίες γνώρισαν εξαιρετική επιτυχία. Τα "Δίφορα", βραβευμένα από την Ακαδημία Αθηνών, είναι το σημαντικότερο ποιητικό δημιούργημα της Κρητικής Λογοτεχνίας από την εποχή του Βιτσέντζου Κορνάρου και έχει χαρακτηριστεί, από Έλληνες και ελληνόφωνους ξένους γλωσσολόγους, ως ευαγγέλιο του γνήσιου κρητικού λόγου. O πρώτος τόμος τυπώθηκε το 1961 στο Ηράκλειο από τον ίδιο τον ποιητή και ο δεύτερος περίπου είκοσι χρόνια αργότερα.




ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ






Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, το οποίο εκείνη την εποχή αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις 18 Φεβρουαρίου του 1883. Ήταν γιος του Μιχάλη Καζαντζάκη (1856 - 1932), που γεννήθηκε στο χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά) και της Μαρίας (+1932) και είχε δύο αδελφές.Στο Ηράκλειο έβγαλε το γυμνάσιο και το 1902εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου ξεκίνησε νομικές σπουδές. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα, το 1906, δημοσιεύοντας το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και το πρώτο του μυθιστόρημα Όφις και Kρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβάμη). Τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές, στο Παρίσι. Παράλληλα, σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη είχαν οι διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν τις οποίες παρακολουθούσε. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, δημοσίευσε αρκετές κριτικές μελέτες σε διάφορα περιοδικά κι έκδωσε το 1909 τη διατριβή του επί υφηγεσία Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας. Το 1910 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1911 παντρεύεται τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια.Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο το 1912 κατατάχτηκε εθελοντής, αποσπασμένος στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην κίνηση για την ίδρυση τουΕκπαιδευτικού Ομίλου, μέσω του οποίου συνδέθηκε φιλικά, το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας. Την περίοδο αυτή, ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγια του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπεργκσόν. Το 1915 άρχισε μια επιχείρηση ξυλείας, που απέτυχε, στο Άγιο Όρος, μαζί με τον Ιωάννη Σκορδίλη.









Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Kαζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως, έχοντας ως αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή τουΚαυκάσου. Oι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημα του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη. Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και τις Βουδιστικές γραφές. Επισκέφτηκε ακόμα τηΓερμανία ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία. Την περίοδο 1923-1926πραγματοποίησε επίσης αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, τηνΠαλαιστίνη, την Κύπρο και την Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα. Τον Οκτώβριο του 1926 πήγε στη Ρώμη και πήρε συνέντευξη από τονΜπενίτο Μουσολίνι. Επίσης εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων Ελεύθερος Τύπος και Η Καθημερινή. Είχε, βέβαια, γνωριστεί με την Ελένη Σαμίου, το 1924 - το διαζύγιο με την Γαλάτεια εκδόθηκε το 1926 - με την οποία έζησε 21 χρόνια χωρίς γάμο. Παντρεύτηκαν το 1945 κι αυτό γιατί με τον καλό του φίλο, τον Άγγελο Σικελιανό και τη δεύτερη γυναίκα του, θα πήγαιναν στις ΗΠΑ.Τον Αύγουστο του 1924, ο Καζαντζάκης φυλακίστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, επειδή είχε αναλάβει την πνευματική ηγεσία μια κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων. Σ' αυτό το επεισόδιο αναφέρεται ο Παντελής Πρεβελάκης και η Έλλη Αλεξίου.












Το 1953 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι. Τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι. Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει στην Αντίμπ, στην Ελλάδα, ηΟρθόδοξη Εκκλησία επιχειρούσε τη δίωξη του. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα του Kαπετάν Mιχάλη και ολόκληρου του Τελευταίου Πειρασμού (1953), ο οποίος δεν είχε ακόμα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Το 1954 η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της ζητούσε από την κυβέρνηση την απαγόρευση των βιβλίων του[2]. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του:«Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ». Τελικά η Εκκλησία της Ελλάδος δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας. Η Εκκλησία της Ελλάδας είναι αυτοκέφαλη και υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μόνο δογματικά. Επομένως, για τις οποιεσδήποτε ποινές που θα επιβάλλει δε χρειάζεται την έγκριση του Πατριαρχείου. Βέβαια, τελικά δεν αφορίστηκε ο Καζαντζάκης, αλλά η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας τον καταράστηκε κι εξακολουθεί να είναι καταραμένος.Επίσης, οΤελευταίος Πειρασμός καταγράφτηκε και στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων τηςΡωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το καταργηθέν πλέον Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index με τη φράση του χριστιανού απολογητή Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal apello», δηλαδή «στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση». Ο "Ζορμπάς" του Καζαντζάκη, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1947. Με την επανέκδοσή του, το 1954, βραβεύτηκε, σαν το καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς.Το 1955 , ο Καζαντζάκης, ανέλαβε μαζί με τον Κακριδή την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, με προσωπικά τους έξοδα ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο Τελευταίος Πειρασμός. Τον επόμενο χρόνο, τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης στηΒιέννη. Αυτό το Βραβείο προερχόταν απ' όλες τις τότε Σοσιαλιστικές Χώρες.Μετά από ένα δεύτερο ταξίδι στην Κίνα, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης τον Ιούνιο του 1957, αφού η Κίνα ήταν μια απ' τις χώρες που τον βράβευσαν, επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του προσβληθείς από λευχαιμία όπου και νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη της Δανίαςκαι το Φράιμπουργκ (Freiburg im Breisgau) της Γερμανίας, όπου και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 σε ηλικία 74 ετών. Εντούτοις, σύμφωνα με μαρτυρίες, η λευχαιμία εμφανίστηκε στον Καζαντζάκη 19 χρόνια πριν απ' το θανατό του, το χειμώνα του 1938 ενώ ο θάνατός του αποδίδεται σε βαριάς μορφής ασιατική γρίπη.[3] Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, αλλά ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Θεόκλητος αρνείται. Έτσι, η σορός μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Η κηδεία έγινε μετά από μεγάλη λειτουργία στον Ναό του Αγίου Μηνά, παρουσία τουΑρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου και 17 ακόμη ιερέων. Ο αρχιεπίσκοπος, όμως, Κρήτης, απηγόρευσε στους ιερείς να πάρουν μέρος στην ταφήν του Καζαντζάκη, που έγινε στην Τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα Βενετσάνικα τείχη. Τη σορό του συνόδευσαν ο τότε υπουργός Παιδείας Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος και ο ιερέας Σταύρος Καρπαθιωτάκης, που αργότερα τον τιμωρήθηκε σαν αριστερός. Στον τάφο του Καζαντζάκη χαράχθηκε η επιγραφή: Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος.


























ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ






Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο τουΟδυσσέα Αλεπουδέλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνεςποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργαΆξιον ΕστίΉλιος ο πρώτοςΠροσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών εργων Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.



Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Λέσβου και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Ηρακλείου από το 1895, όταν σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το παλαιότερο όνομα της οικογένειας Αλεπουδέλλη ήταν Λεμονός, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε σε Αλεπός. Η μητέρα του καταγόταν από τον Παππάδο της Λέσβου[1].
Το 1914 ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. O Οδυσσέας Ελύτης εγγράφηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους του τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ι.Θ. Κακριδή. Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του πέρασαν στην Κρήτη, τη Λέσβο και τις Σπέτσες. Τον Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, η οικογένειά του αντιμετώπισε διώξεις, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του πατέρα του, εξαιτίας της προσήλωσής της στις βενιζελικές ιδέες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια και είχε φιλοξενηθεί συχνά στην οικία της στο κτήμα του Ακλειδιού. Το 1923 ταξίδεψε οικογενειακώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιτής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Το φθινόπωρο του 1924 εγγράφηκε στο Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και συνεργάστηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί (πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία δίνει ο Ελύτης στο βιβλίο του Ανοιχτά Χαρτιά), πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση: Καμπούρογλου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Την Άνοιξη του 1927 μία υπερκόπωση και μία αδενοπάθεια τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τις φίλαθλες τάσεις του καθηλώνοντάς τον στο κρεβάτι για περίπου τρεις μήνες. Ακολούθησαν ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας και περίπου την ίδια περίοδο στράφηκε οριστικά προς τη λογοτεχνία, γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση αρκετών νέων λογοτεχνικών περιοδικών, όπως η Νέα Εστία και τα Ελληνικά Γράμματα.
Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου με βαθμό 73/11. Μετά από πιέσεις των γονέων του, αποφάσισε να σπουδάσειχημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Καβάφη και του Κάλβου ανανεώνοντας τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Παράλληλα ανακάλυψε το έργο τουΠωλ Ελυάρ και των Γάλλων υπερρεαλιστών, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, σύμφωνα με τον ίδιο: «...μ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησης της, η λυρική ποίηση»


Κάτω από την επίδραση της λογοτεχνικής του στροφής, παραιτήθηκε από την πρόθεση να ασχοληθεί με τη χημεία και το 1930εγγράφηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Όταν το 1933 ιδρύθηκε η Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα στο πανεπιστήμιο, με τη συμμετοχή των Κ. Τσάτσου, Π. Κανελλόπουλου, Ι. Θεοδωρακόπουλου και Ι. Συκουτρή, ο Ελύτης ήταν ένας από τους εκπροσώπους των φοιτητών, συμμετέχοντας στα "Συμπόσια του Σαββάτου" που διοργανώνονταν. Την ίδια εποχή μελέτησε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση του Καίσαρος Εμμανουήλ (τον Παράφωνο αυλό), τη συλλογή Στου γλιτωμού το χάζι του Θεοδώρου Ντόρου, τη Στροφή (1931) του Γιώργου Σεφέρη και τα Ποιήματα (1933) του Νικήτα Ράντου. Με ενθουσιασμό, συνέχισε παράλληλα τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα, τις οποίες περιγράφει ο ίδιος: "Πιονιέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμολόφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι' αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε, μπορούσαν να δικαιολογήσουν"
Την ίδια περίοδο συνδέθηκε στενότερα με τον Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), ο οποίος τον ενθάρρυνε στις ποιητικές του προσπάθειες, όταν ακόμα ο Ελύτης ταλαντευόταν σχετικά με το αν έπρεπε να δημοσιεύσει τα έργα του, ενώ τον έφερε σε επαφή και με τον κύκλο τωνΝέων Γραμμάτων (1935-19401944). Το περιοδικό αυτό, με διευθυντή τον Αντρέα Καραντώνη και συνεργάτες παλιούς και νεότερους αξιόλογους Έλληνες λογοτέχνες (Γιώργος ΣεφέρηςΓεώργιος ΘεοτοκάςΆγγελος ΤερζάκηςΚοσμάς ΠολίτηςΆγγελος Σικελιανός κ.ά.), έφερε στην Ελλάδα τις σύγχρονες δυτικές καλλιτεχνικές τάσεις και γνώρισε στο αναγνωστικό κοινό κυρίως τους νεότερους ποιητές, με τη μετάφραση αντιπροσωπευτικών έργων τους ή με άρθρα κατατοπιστικά για την ποίησή τους. Έγινε το πνευματικό όργανο της γενιάς του ’30 που φιλοξένησε στις στήλες του όλα τα νεωτεριστικά στοιχεία, κρίνοντας ευνοϊκά και προβάλλοντας τις δημιουργίες των νέων Ελλήνων ποιητών.

Όπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε το περιοδικό Νέα Γράμματα. Τον Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον περιέγραψε: «...ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα»[2]. Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. Οι δύο ποιητές συνδέθηκαν με στενή φιλία, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Υψικάμινος του Εμπειρίκου, με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε να ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι επισκέφτηκαν τη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ήρθαν σε επαφή με την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει έναν χρόνο πριν.
Κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης του κύκλου των Νέων Γραμμάτων στο σπίτι του ποιητή Γ.Κ. Κατσίμπαλη, οι παριστάμενοι κράτησαν ορισμένα χειρόγραφα του Ελύτη, με το πρόσχημα να τα μελετήσουν καλύτερα, και τα στοιχειοθέτησαν κρυφά παρουσιάζοντάς τα αργότερα στον ίδιο τον Ελύτη με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς, με στόχο τη δημοσίευσή τους. Ο Ελύτης αρχικά ζήτησε την απόσυρσή τους απευθύνοντας ειδική επιστολή στον Κατσίμπαλη, ωστόσο τελικά πείστηκε να δημοσιευτούν αποδεχόμενος επίσης το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης.
Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα έγινε τον Νοέμβριο του 1935, στο 11ο τεύχος του περιοδικού. Ο Ελύτης δημοσίευσε επίσης μεταφράσεις ποιημάτων του Ελυάρ και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει τον δημιουργό τους ως τον ποιητή που«Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας».
Το 1936, στην «Α΄ Διεθνή Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage) Εκείνη τη χρονιά, η ομάδα των νέων λογοτεχνών ήταν πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίστηκε επίσης με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Το 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με τον Νίκο Γκάτσο και τον Γιώργο Σεφέρη, που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Λίγο μετά την απόλυσή του, τον επόμενο χρόνο, ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσίευσε το άρθρο "Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης" στα Νέα Γράμματα, το οποίο συνέβαλε στην καθιέρωσή του.
Το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές και, μετά από αρκετές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Προσανατολισμοί. Τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά ποιήματά του σε ξένη γλώσσα, όταν ο Samuel Baud Bovy δημοσίευσε ένα άρθρο για την ελληνική ποίηση στο ελβετικό περιοδικό Formes et Couleurs


Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».
Τον Νοέμβριο του 1943 εκδόθηκε η συλλογή «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», σε 6.000 αριθμημένα αντίτυπα, ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα Νέα Γράμματαπου άρχισαν να επανεκδίδονται το 1944, δημοσίευσε το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 ξεκίνησε η συνεργασία του με το περιοδικόΤετράδιο μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Ο πόλεμος του ’40 του έδωσε την έμπνευση και για άλλα έργα, την Καλωσύνη στις Λυκοποριές, την Αλβανιάδα και την ανολοκλήρωτη Βαρβαρία. Την περίοδο 1945-1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, έπειτα από σχετική σύσταση του Σεφέρη, που ήταν διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού. Συνεργάστηκε επίσης με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», όπου δημοσίευσε ορισμένα δοκίμια, την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου διατήρησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1952 έγινε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απένειμε βραβεία λογοτεχνίας, από την οποία παραιτήθηκε τον Μάρτιο του 1953, αλλά επανήλθε δύο χρόνια αργότερα. Το 1953ανέλαβε και πάλι για έναν χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ., διορισμένος από την κυβέρνηση Παπάγου, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο. Στο τέλος του έτους έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού στη Βενετίακαι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.
Το 1958, μετά από μία δεκαπενταετή περίπου περίοδο ποιητικής σιωπής, δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το Άξιον Εστί στην Επιθεώρηση Τέχνης. Το έργο εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1960 από τις εκδόσεις Ίκαρος, αν και φέρεται τυπωμένο τον Δεκέμβριο του 1959. Λίγους μήνες αργότερα απέσπασε για το Άξιον Εστί το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου. Τον επόμενο χρόνο μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Γιώργο Θεοτοκά. Το δρομολόγιο που ακολούθησαν περιλάμβανε την Οδησσό, τη Μόσχα, όπου έδωσε μία συνέντευξη, και το Λένινγκραντ.
Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη, ενώ η συνεργασία του Ελύτη με τον συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παρουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας Κυβερνήσεως αρνήθηκε να το παραχωρήσει, με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.
To 1965 του απονεμήθηκε από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος και το επόμενο διάστημα ολοκλήρωσε τη συλλογή δοκιμίων που θα συγκροτούσαν τα Ανοιχτά Χαρτιά. Παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια στη Σόφια, καλεσμένος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων και στην Αίγυπτο. Μετά τοπραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, απείχε από τη δημοσιότητα ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και την τεχνική του κολάζ[5], ενώ αρνήθηκε πρόταση να απαγγείλει ποιήματά του στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας που επικρατούσε. Στις3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε τη συγγραφή της συλλογής Φωτόδεντρο. Λίγους μήνες αργότερα επισκέφτηκε για ένα διάστημα την Κύπρο, ενώ το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο αρνήθηκε να παραλάβει το "Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας" που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στο ψηφοδέλτιο των βουλευτών Επικρατείας, ο Ελύτης αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνήθηκε επίσης την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο. Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ το 1979 τιμήθηκε με τοβραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η αναγγελία της απονομής του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου "για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα"[8][9], σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντάς το από τον Βασιλέα Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη. Την απονομή του Νόμπελ ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο "Έδρα Ελύτη" στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.
Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς στην Αθήνα.


Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του '30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας χαρακτηριστικά: "από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ' την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος"[10]. Το έργο του έχει επανειλημμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον "ορθόδοξο" υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές, όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, οΝίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί(1940) και Ήλιος ο πρώτος (1943).
Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο»[11]. Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του, καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης[12] ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης»[13]. Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούνταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού[11].
Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο ενδοστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ' την ύλη και μέσα από την ψυχή»[10] Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη (1978), στο οποίο χρησιμοποιεί - για πρώτη φορά στην ποίησή του - την τεχνική του κολάζ.
Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ(1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.

ΠΗΓΗ - ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ